Το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» στην Κάλπη: Από τον Θυμό στην Υποταγή
Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης περιγράφει το ψυχολογικό φαινόμενο κατά το οποίο ένα θύμα αναπτύσσει συναισθηματικό δεσμό με τον θύτη του, τον δικαιολογεί ή ακόμη και τον υπερασπίζεται. Αν και γεννήθηκε μέσα από εγκληματολογικές και ψυχολογικές μελέτες, σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται συχνά μεταφορικά — και όχι άδικα — για να περιγράψει στάσεις και συμπεριφορές στην πολιτική ζωή.
Υπάρχει ένα παράδοξο που επαναλαμβάνεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση: Πολλοί ψηφοφόροι μοιάζουν να εγκλωβίζονται σε μια παρόμοια σχέση. Υποστηρίζουν πολιτικούς και κόμματα που, διαχρονικά, έχουν συμβάλει στη φτωχοποίηση, στην ανασφάλεια, ή στην απαξίωση της ίδιας της δημοκρατικής συμμετοχής. Κι όμως, αντί για απόσταση ή κριτική, παρατηρείται ανοχή, κατανόηση, ακόμη και ένθερμη υπεράσπιση. Όχι από άγνοια. Από συνήθεια. Από φόβο. Από μια παράξενη μορφή πολιτικής προσκόλλησης που θυμίζει επικίνδυνα το Σύνδρομο της Στοκχόλμης.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό ψυχολογικής άμυνας. Η εξάρτηση χτίζεται πάνω στην ανάγκη για μια αίσθηση ασφάλειας, έστω και κατ’ επίφαση. Ο ψηφοφόρος προτιμά το οικείο «αναγκαίο κακό» από μια αβέβαιη ελευθερία. Όταν η πολιτική πραγματικότητα πληγώνει επανειλημμένα, η αποδοχή της αποτυχίας γίνεται πιο ανώδυνη από τη ρήξη. Έτσι, ο πολίτης προσαρμόζεται, δικαιολογεί, μειώνει τις προσδοκίες του. Κάπως έτσι, η αποτυχία βαφτίζεται ρεαλισμός και η παραίτηση βαφτίζεται ωριμότητα.
Η πολιτική σχέση μετατρέπεται σε σχέση εξάρτησης. Ο πολίτης μαθαίνει να ζει με λίγα, να μην απαιτεί, να μην ελπίζει. Όπως το θύμα που ευγνωμονεί τον θύτη επειδή «δεν τον χτύπησε σήμερα», έτσι κι ο ψηφοφόρος αισθάνεται ανακούφιση επειδή «δεν καταστράφηκαν όλα». Ο πήχης χαμηλώνει τόσο, που η απλή επιβίωση μοιάζει με επιτυχία.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι η ανοχή. Είναι η ταύτιση, που καλλιεργείται μάλιστα από τα πολιτικά αφηγήματα. «Είμαστε μαζί», «πολεμάμε τους ίδιους εχθρούς», «αν πέσουμε εμείς, πέφτεις κι εσύ». Η πολιτική μετατρέπεται σε σχέση συναισθηματική, όχι ορθολογική. Η κριτική εκλαμβάνεται ως προδοσία και η αυτοκριτική ως αδυναμία. Η πολιτική γίνεται προσωπική υπόθεση. Αν κριτικάρεις, «χτυπάς την παράταξη». Αν αμφισβητήσεις, «παίζεις το παιχνίδι των αντιπάλων». Ο ψηφοφόρος αναλαμβάνει ρόλο υπερασπιστή, επικοινωνιολόγου, ακόμη και απολογητή της εξουσίας. Χωρίς μισθό. Χωρίς όφελος. Μόνο με θυμό απέναντι σε όποιον τολμά να ρωτήσει «γιατί;».
Και κάπου εδώ, η δημοκρατία αρχίζει να αρρωσταίνει. Όχι επειδή υπάρχουν κακοί πολιτικοί — αυτοί πάντα υπήρχαν. Αλλά επειδή υπάρχουν κουρασμένοι πολίτες που έχουν πειστεί ότι δεν αξίζουν κάτι καλύτερο. Ότι η εναλλακτική είναι το χάος. Ότι η κριτική είναι πολυτέλεια. Η μακροχρόνια διάβρωση της εμπιστοσύνης και της πολιτικής παιδείας είναι δύσκολο να νικηθεί πλέον.
Η έξοδος από αυτό το πολιτικό «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» δεν είναι εύκολη. Προϋποθέτει μνήμη, κριτική σκέψη και ερωτήσεις απέναντι στα παγιωμένα, αξιοπρέπεια απέναντι στον φόβο. Κυρίως, την παραδοχή ότι ο ψηφοφόρος δεν είναι όμηρος. Η ψήφος δεν είναι πράξη πίστης, αλλά ευθύνης. Και η δημοκρατία ασφυκτιά από πολίτες οι οποίοι ανέχονται εκείνους που τους φιμώνουν και τους χειραγωγούν. Η ανοχή δεν είναι πολιτική στάση. «Είναι συνενοχή», σύμφωνα με μια φράση που τείνει να φθαρεί από τις επαναλήψεις, αλλά στην ουσία της ισχύει απόλυτα.
Το τραγούδι του Πάνου Κατσιμίχα:
https://youtu.be/4QWcOi0nRmQ?si=_wSIDC-YjNMp-ZSa
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου